Του Loutrakisports Team
Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που μετριούνται με τα γκολ και τους τίτλους τους. Και υπάρχει και ο Βασίλης Χατζηπαναγής. Ο άνθρωπος που δεν χρειαζόταν το αποτέλεσμα για να δικαιώσει την παρουσία του στο χορτάρι, αλλά αρκούσε μια του ντρίμπλα για να «παγώσει» τον χρόνο. Ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών, όπως ανακηρύχθηκε επίσημα το 2003, παραμένει το μεγαλύτερο «αν» στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Από την Τασκένδη στο μεγαλείο της Παχτακόρ
Γεννημένος στις 26 Οκτωβρίου 1954 στην Τασκένδη, ο Βασίλης ήταν παιδί πολιτικών προσφύγων. Με γονείς αριστερούς που κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση μετά τον Εμφύλιο, ο Χατζηπαναγής κουβαλούσε από τη γέννησή του μια βαριά κληρονομιά.
Πριν πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα, είχε ήδη προλάβει να εκπλήξει την Ευρώπη. Με τη φανέλα της Παχτακόρ, το 1975, διέλυσε την πανίσχυρη Ντιναμό Κιέβου (5-0), με το France Football να υποκλίνεται στο ταλέντο του, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον δεύτερο καλύτερο ακραίο επιθετικό της ΕΣΣΔ, πίσω μόνο από τον θρυλικό Όλεγκ Μπλαχίν.
Ο «Νουρέγιεφ» που ντρίμπλαρε σε... τηλεφωνικό θάλαμο
Όταν το 1975 ο Ηρακλής κατάφερε να τον φέρει στη Θεσσαλονίκη, κερδίζοντας τη μάχη από τον Ολυμπιακό που πρόσφερε το μυθικό ποσό των 10 εκατομμυρίων δραχμών, το ελληνικό ποδόσφαιρο άλλαξε για πάντα.
Ο Χατζηπαναγής δεν ήταν ένας κλασικός σκόρερ. Ήταν ένας οραματιστής καλλιτέχνης.
Η τεχνική: Οι δημοσιογράφοι έλεγαν πως μπορούσε να ντριμπλάρει αμυντικό ακόμα και μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο.
Τα κόρνερ: Την περίοδο 1982-83 πέτυχε το αδιανόητο: 7 γκολ με απευθείας εκτέλεση κόρνερ σε μία μόνο σεζόν!
Οι τίτλοι: Κατέκτησε το Βαλκανικό Κύπελλο (1985) σκοράροντας σε όλους τους γύρους, ενώ έφτασε δύο φορές σε τελικό Κυπέλλου Ελλάδας.
Η «πληγή» της Εθνικής Ελλάδος και το πολιτικό παρασκήνιο
Η μεγαλύτερη αδικία στην καριέρα του ήταν ο αποκλεισμός του από την Εθνική Ελλάδος. Παρότι το επιθυμούσε διακαώς, η συμμετοχή του στην Ολυμπιακή ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης (όπου πήρε το χάλκινο μετάλλιο στο Μόντρεαλ) χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα.
Ο ίδιος, σε μια κατάθεση ψυχής στα «ΝΕΑ», δεν μάσησε τα λόγια του:
"Πιστεύω πια σίγουρα πως πλήρωσα κιόλας και τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα μου που ήταν αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του".
Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να του δώσουν την ελευθέρας για τη «γαλανόλευκη», φοβούμενοι ότι η ΔΟΕ θα ζητούσε πίσω το μετάλλιο, όμως η ουσία ήταν βαθιά πολιτική. Έτσι, ο κορυφαίος όλων δεν αγωνίστηκε ποτέ σε επίσημο ματς με την Ελλάδα.
Δίπλα στους Θεούς: Η Μικτή Κόσμου
Η αξία του, ωστόσο, αναγνωρίστηκε παγκοσμίως. Το 1984, ο Χατζηπαναγής κλήθηκε στη Μικτή Κόσμου στο στάδιο «Τζάιαντς» της Νέας Υερσέης. Εκεί, φορώντας το εθνόσημο στην καρδιά (ως εκπρόσωπος της Ελλάδας), αγωνίστηκε δίπλα σε ονόματα-θρύλους όπως οι: Μπεκενμπάουερ, Κέμπες, Κίγκαν, Σίλτον, Μάγκατ και Μαύρος.
Το τέλος ενός μύθου
Το ποδοσφαιρικό του ταξίδι ολοκληρώθηκε συμβολικά στις 26 Οκτωβρίου 1990, την ημέρα των 36ων γενεθλίων του, σε έναν αγώνα UEFA κόντρα στη Βαλένθια. Ήταν η μοναδική του συμμετοχή σε ευρωπαϊκή διοργάνωση, μια στατιστική παραδοξότητα που υπογραμμίζει πόσο «λίγος» ήταν ο τότε Ηρακλής – και το ελληνικό ποδόσφαιρο – για να χωρέσει το απέραντο ταλέντο του.
Ο Βασίλης Χατζηπαναγής δεν ήταν απλά ένας παίκτης. Ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς του αθλήματος που νικήθηκε από τις σκοπιμότητες της πολιτικής και των κανονισμών.





0 Σχόλια